διχθάδιος

διχθάδιος [ᾰ], α, ον,
A twofold, double,

κῆρες Il.9.411

, 14.21; δ. κατὰ κῶλον in either leg, APl.1.15; simply, two, AP6.4 (Leon.), al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διχθάδιος — διχθάδιος, ία, ον (Α) [διχθάς] 1. διπλός, δύο ειδών 2. καθένας από τους δυο 3. δεύτερος 4. (το ουδ. πληθ. και η αιτ. θηλ. ως επίρρ.) διχθάδια, διχθαδίην σε δύο μέρη …   Dictionary of Greek

  • διχθάδιος — twofold masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίων — διχθάδιος twofold fem gen pl διχθάδιος twofold masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθάδιον — διχθάδιος twofold masc acc sg διχθάδιος twofold neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίαις — διχθάδιος twofold fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίη — διχθάδιος twofold fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίην — διχθάδιος twofold fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίης — διχθάδιος twofold fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίοις — διχθάδιος twofold masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίοισι — διχθάδιος twofold masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχθαδίοισιν — διχθάδιος twofold masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.